chimique
chi
ʃi
shi
mique
mɪk
mik
chimériquechique

Ορισμός και σημασία του "chimique"στα γαλλικά

01

χημικός, χημική

relatif à la chimie ou aux substances créées par des procédés chimiques 
chimique definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
chimique
αρσενικό πληθυντικό
chimiques
θηλυκό ενικό
chimique
θηλυκό πληθυντικό
chimiques
Παραδείγματα
Cette réaction chimique produit beaucoup de chaleur. 

Αυτή η χημική αντίδραση παράγει πολύ θερμότητα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store