Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le chiffon
01
παλιομπαζού, κουρέλι
petit vêtement léger, mou ou fripé, parfois utilisé de manière figurée pour désigner un vêtement usé
Παραδείγματα
Elle a utilisé un chiffon pour essuyer le pinceau.
Χρησιμοποίησε ένα πατσαβούρι για να σκουπίσει το πινέλο.
02
παλιομπαζό, κουρέλι
morceau de tissu usagé utilisé pour nettoyer ou essuyer
Παραδείγματα
N' utilise pas ce chiffon sale pour la vaisselle !
Μην χρησιμοποιείς αυτό το βρώμικο πατσαβούρι για τα πιάτα!



























