le chiffon
chiffon
ʃɪfɔ̃
shifaw

Ορισμός και σημασία του "chiffon"στα γαλλικά

01

παλιομπαζού, κουρέλι

petit vêtement léger, mou ou fripé, parfois utilisé de manière figurée pour désigner un vêtement usé 
le chiffon definition and meaning
Παραδείγματα
Elle portait un vieux chiffon pour travailler dans le jardin. 

Φορούσε ένα παλιό πατσαβούρι για να δουλέψει στον κήπο.

02

παλιομπαζό, κουρέλι

morceau de tissu usagé utilisé pour nettoyer ou essuyer 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
chiffons
Παραδείγματα
Il essuie la table avec un vieux chiffon. 

Σκουπίζει το τραπέζι με ένα παλιό πατσαβούρι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store