Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le chiffon
01
παλιομπαζού, κουρέλι
petit vêtement léger, mou ou fripé, parfois utilisé de manière figurée pour désigner un vêtement usé
Παραδείγματα
Elle portait un vieux chiffon pour travailler dans le jardin.
Φορούσε ένα παλιό πατσαβούρι για να δουλέψει στον κήπο.
02
παλιομπαζό, κουρέλι
morceau de tissu usagé utilisé pour nettoyer ou essuyer
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
chiffons
Παραδείγματα
Il essuie la table avec un vieux chiffon.
Σκουπίζει το τραπέζι με ένα παλιό πατσαβούρι.



























