chauve
chauve
ʃɔv
shawv
chaume

Ορισμός και σημασία του "chauve"στα γαλλικά

01

φαλακρός, καραφλός

qui n'a pas de cheveux sur la tête 
chauve definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus chauve
συγκριτικός βαθμός
plus chauve
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
chauve
αρσενικό πληθυντικό
chauves
θηλυκό ενικό
chauve
θηλυκό πληθυντικό
chauves
Παραδείγματα
Il est devenu chauve à cause de l'âge. 

Έγινε φαλακρός λόγω της ηλικίας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store