charger
char
ʃaʁ
shar
ger
ʒe
zhe
charmerchangercharterchargeur

Ορισμός και σημασία του "charger"στα γαλλικά

charger
01

αναθέτω, εμπιστεύομαι

confier une tâche ou une responsabilité à quelqu'un 
charger definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
charge
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
chargeons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
chargerai
ενεστώτα μετοχή
chargeant
παθητική μετοχή
chargé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
chargions
Παραδείγματα
Le directeur m'a chargé d'organiser la réunion. 

Ο διευθυντής μου ανέθεσε να οργανώσω τη συνάντηση.

02

ανεβάζω, φορτώνω

transférer des données ou un fichier dans un ordinateur ou sur internet 
charger definition and meaning
Παραδείγματα
Il faut charger les fichiers sur le site. 

Πρέπει να φορτώσετε τα αρχεία στον ιστότοπο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store