Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
charger
01
αναθέτω, εμπιστεύομαι
confier une tâche ou une responsabilité à quelqu'un
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
charge
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
chargeons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
chargerai
ενεστώτα μετοχή
chargeant
παθητική μετοχή
chargé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
chargions
Παραδείγματα
Le directeur m'a chargé d'organiser la réunion.
Ο διευθυντής μου ανέθεσε να οργανώσω τη συνάντηση.
02
ανεβάζω, φορτώνω
transférer des données ou un fichier dans un ordinateur ou sur internet
Παραδείγματα
Il faut charger les fichiers sur le site.
Πρέπει να φορτώσετε τα αρχεία στον ιστότοπο.



























