la charge
Pronunciation
/ʃaʀʒ/

Ορισμός και σημασία του "charge"στα γαλλικά

01

dépense obligatoire liée à un service, un impôt ou une propriété

la charge definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
charges
Παραδείγματα
Les charges augmentent chaque année.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store