Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La charge
01
dépense obligatoire liée à un service, un impôt ou une propriété
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
charges
Παραδείγματα
Les charges augmentent chaque année.
Λεξικό Δέντρο
recharge
charge



























