Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La charge
01
dépense obligatoire liée à un service, un impôt ou une propriété
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
plural
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
charges
Παραδείγματα
Les charges de l'immeuble sont partagées entre les locataires.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
recharge
charge



























