la cerise
cerise
səʁiz
sēriz
crise

Ορισμός και σημασία του "cerise"στα γαλλικά

01

κεράσι, βύσσινο

fruit rouge et rond avec un noyau dur 
la cerise definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
cerises
Παραδείγματα
Elle mange une cerise fraîche. 

Τρώει ένα φρέσκο κεράσι.

01

κερασόχρωμος, κόκκινο κερασιάς

qui a une couleur rouge vif, proche de celle d'un fruit rond et sucré 
cerise definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
cerise
αρσενικό πληθυντικό
cerise
θηλυκό ενικό
cerise
θηλυκό πληθυντικό
cerise
θεματικό πεδίο
couleur, fruit
Παραδείγματα
Elle porte une robe cerise très élégante. 

Φοράει ένα πολύ κομψό φόρεμα κερασένιου χρώματος.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store