Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La caution
01
εγγύηση, καταβολή εγγύησης
somme d'argent versée comme garantie pour un contrat
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
cautions
Παραδείγματα
La caution bancaire couvre les risques.
Η τραπεζική εγγύηση καλύπτει τους κινδύνους.



























