la caution
caution
kɔsjɔ̃
κοσγο

Ορισμός και σημασία του "caution"στα γαλλικά

01

εγγύηση, καταβολή εγγύησης

somme d'argent versée comme garantie pour un contrat 
la caution definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
cautions
Παραδείγματα
Le propriétaire a rendu la caution après l'état des lieux. 

Ο ιδιοκτήτης επέστρεψε την καταπιστευμένη κατάθεση μετά την επιθεώρηση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store