la carte bleue
carte
kaʁt
καρτ
bleue
blø
μπλё

Ορισμός και σημασία του "carte bleue"στα γαλλικά

La carte bleue
01

χρεωστική κάρτα, ηλεκτρονική τραπεζική κάρτα πληρωμής

carte de paiement bancaire électronique 
la carte bleue definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
cartes bleues
Παραδείγματα
J'ai payé avec ma carte bleue à la station-service. 

Πλήρωσα με την μπλε κάρτα μου στο βενζινάδικο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store