Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
canadien
01
relatif à la culture, à la langue ou à la nationalité du Canada
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
canadien
αρσενικό πληθυντικό
canadiens
θηλυκό ενικό
canadienne
θηλυκό πληθυντικό
canadiennes
θεματικό πεδίο
géographie, nationalité, culture
Παραδείγματα
Il est canadien et parle deux langues.
Le Canadien
01
Καναδός
individu qui vient du Canada ou qui y vit
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
κύριο
πληθυντικός τύπος
Canadiens
αρσενικό ενικό
Canadien
θηλυκό ενικό
Canadienne
neutral form
personne du Canada
Παραδείγματα
Un Canadien m'a expliqué comment fonctionne le système.
LanGeek



























