Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le cahier
01
τετράδιο, σημειωματάριο
petit livre de feuilles blanches ou lignées pour écrire, dessiner ou prendre des notes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
cahiers
Παραδείγματα
Il écrit ses devoirs dans son cahier.
Γράφει τις εργασίες του στο τετράδιό του.



























