Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La cafétéria
[gender: feminine]
01
καφετέρια
établissement ou espace de restauration où l'on sert principalement des boissons chaudes, des sandwichs et des plats simples, souvent en libre-service
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
cafétérias
Παραδείγματα
La cafétéria est fermée le dimanche et les jours fériés.
Η καφετέρια είναι κλειστή τις Κυριακές και τις αργίες.



























