le bénévolat
Pronunciation
/benevɔla/

Ορισμός και σημασία του "bénévolat"στα γαλλικά

Le bénévolat
[gender: masculine]
01

εθελοντισμός, εθελοντική εργασία

fait de travailler sans être payé pour aider les autres
le bénévolat definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Le bénévolat peut être une expérience enrichissante.
Η εθελοντική εργασία μπορεί να είναι μια εμπλουτιστική εμπειρία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store