gayer
be
be
ga
ge
ge
yer
je
ye

Ορισμός και σημασία του "bégayer"στα γαλλικά

bégayer
01

τραυλίζω, κομπάζω

avoir des difficultés à prononcer certains mots ou sons en parlant 
bégayer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
bégaie
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
bégayons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
bégayerai
ενεστώτα μετοχή
bégayant
παθητική μετοχή
bégayé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
bégayions
Παραδείγματα
Il bégaie quand il est nerveux. 

Τραυλίζει όταν είναι νευρικός.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store