Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bégayer
01
τραυλίζω, κομπάζω
avoir des difficultés à prononcer certains mots ou sons en parlant
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
bégaie
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
bégayons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
bégayerai
ενεστώτα μετοχή
bégayant
παθητική μετοχή
bégayé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
bégayions
Παραδείγματα
Il a bégaillé en racontant son histoire.
Τραύλισε ενώ διηγούνταν την ιστορία του.



























