Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bronzer
01
μαυρίζω, λιονίζω
devenir brun à cause du soleil
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
bronze
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
bronzons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
bronzerai
ενεστώτα μετοχή
bronzant
παθητική μετοχή
bronzé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
bronzions
Παραδείγματα
Elle aime bronzer à la plage.
Της αρέσει να μαυρίζει στην παραλία.



























