Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
broder
01
κεντώ, φτιάχνω κέντημα
décorer un tissu, un vêtement ou un accessoire en cousant des motifs avec du fil, des perles ou d'autres éléments
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
brode
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
brodons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
broderai
παθητική μετοχή
brodé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
brodions
Παραδείγματα
Elle sait broder des fleurs sur des nappes et des serviettes.
Ξέρει να κεντάει λουλούδια σε τραπεζομάντιλα και πετσέτες.
02
στολίζω, ομορφαίνω
ajouter des détails, souvent exagérés ou inventés, à un récit pour le rendre plus vivant ou intéressant
Παραδείγματα
Il aime broder ses histoires pour impressionner ses amis.
Του αρέσει να κεντάει τις ιστορίες του για να εντυπωσιάσει τους φίλους του.



























