le bricoleur
bri
bʁi
μπρι
co
κο
leur
lœʁ
λœρ

Ορισμός και σημασία του "bricoleur"στα γαλλικά

01

παντός, άτομο που κάνει περιστασιακές επισκευές

personne qui fait des réparations ou travaux manuels occasionnels 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
bricoleurs
αρσενικό ενικό
bricoleur
θηλυκό ενικό
bricoleuse
neutral form
personne qui bricole
Παραδείγματα
Mon voisin est un bon bricoleur qui répare tout lui-même. 

Ο γείτονάς μου είναι ένας καλός bricoleur που επισκευάζει τα πάντα μόνος του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store