Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bredouiller
01
τραυλίζω, μουρμουρίζω
parler de manière hésitante et confuse, avec des interruptions (comme avec un début de bégaiement)
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
bredouille
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
bredouillons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
bredouillerai
ενεστώτα μετοχή
bredouillant
παθητική μετοχή
bredouillé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
bredouillions
Παραδείγματα
Il a bredouillé sa présentation car il était très stressé.
Τραύλισε την παρουσίασή του επειδή ήταν πολύ αγχωμένος.
02
μουρμουρίζω, ψελλίζω
parler de façon confuse, indistincte, souvent à voix basse
Παραδείγματα
Il a bredouillé une excuse avant de partir.
Μουρμούρισε μια δικαιολογία πριν φύγει.



























