la boutique
boutique
butsɪk
bootsik
bourrique

Ορισμός και σημασία του "boutique"στα γαλλικά

01

κατάστημα, μπουτίκ

petit magasin où l'on vend des vêtements ou des objets spécifiques 
la boutique definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
boutiques
Παραδείγματα
J'ai acheté une robe dans cette boutique. 

Αγόρασα ένα φόρεμα σε αυτό το μπουτίκ.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store