Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La bouteille
01
μπουκάλι, φιάλη
récipient généralement en verre ou en plastique pour contenir des liquides
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
bouteilles
Παραδείγματα
La bouteille est restée sur la table toute la journée.
Το μπουκάλι έμεινε στο τραπέζι όλη την ημέρα.



























