la bouteille
Pronunciation
/butɛj/

Ορισμός και σημασία του "bouteille"στα γαλλικά

01

μπουκάλι, φιάλη

récipient généralement en verre ou en plastique pour contenir des liquides
la bouteille definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
bouteilles
Παραδείγματα
La bouteille est restée sur la table toute la journée.
Το μπουκάλι έμεινε στο τραπέζι όλη την ημέρα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store