Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
boursier
01
υποτρόφος, με υποτροφία
qui reçoit une bourse pour financer ses études
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
boursier
αρσενικό πληθυντικό
boursiers
θηλυκό ενικό
boursière
θηλυκό πληθυντικό
boursières
Παραδείγματα
Elle est boursière et étudie la médecine à l'université.
Είναι υποτρόφος και σπουδάζει ιατρική στο πανεπιστήμιο.
Le boursier
01
μέτοχος, επενδυτής στο χρηματιστήριο
personne qui possède des actions ou investit à la Bourse
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
boursiers
Παραδείγματα
Le boursier a acheté des actions d'une grande entreprise.
Ο μέτοχος αγόρασε μετοχές μιας μεγάλης εταιρείας.



























