Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
boursicoter
01
effectuer de petites opérations en Bourse dans l'espoir de réaliser un profit, -
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
avoir
Παραδείγματα
Elle boursicote avec une partie de ses économies.



























