bloquer
blo
blɔ
μπλο
quer
ke
κε
bloqueurbloguer

Ορισμός και σημασία του "bloquer"στα γαλλικά

bloquer
01

μπλοκάρω, φράζω

rendre impossible le passage ou l'accès à un lieu ou à un objet 
bloquer definition and meaning
Παραδείγματα
La route est bloquée à cause d'un accident. 

Ο δρόμος είναι μπλοκαρισμένος λόγω ενός ατυχήματος.

02

μπλοκάρω, μπλοκάρω κάποιον

interdire à quelqu'un de voir ou d'interagir avec ton profil ou contenu en ligne 
bloquer definition and meaning
Παραδείγματα
J'ai bloqué un utilisateur qui envoyait des messages indésirables. 

Απέκλεισα έναν χρήστη που έστελνε ανεπιθύμητα μηνύματα.

03

μπλοκάρω, κολλάω

arrêter le mouvement ou le fonctionnement d'un objet ou mécanisme 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
bloque
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
bloquons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
bloquerai
παθητική μετοχή
bloqué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
bloquions
Παραδείγματα
Le moteur est bloqué. 

Ο κινητήρας είναι μπλοκαρισμένος.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store