Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bloguer
01
γράφω blog, κάνω blogging
écrire et publier régulièrement des articles sur un site web personnel
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
blogue
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
bloguons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
bloguerai
ενεστώτα μετοχή
bloguant
παθητική μετοχή
blogué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
bloguions
Παραδείγματα
Il commence à bloguer pour améliorer son français.
Αρχίζει να γράφει ιστολόγιο για να βελτιώσει τα γαλλικά του.



























