Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
biologique
01
βιολογικός, οργανικός
qui concerne la vie, les organismes ou les processus naturels
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
biologique
αρσενικό πληθυντικό
biologiques
θηλυκό ενικό
biologique
θηλυκό πληθυντικό
biologiques
Παραδείγματα
Les engrais biologiques sont meilleurs pour le sol.
Τα βιολογικά λιπάσματα είναι καλύτερα για το έδαφος.
Λεξικό Δέντρο
biologique
bio
logique



























