Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
belge
01
βέλγικος, βέλγικος
qui se rapporte à la Belgique, à sa culture, sa langue ou ses habitants
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
belge
αρσενικό πληθυντικό
belges
θηλυκό ενικό
belge
θηλυκό πληθυντικό
belges
θεματικό πεδίο
géographie, identité, nationalité
Παραδείγματα
Mon professeur est belge.
Ο δάσκαλός μου είναι Βέλγος.
Le Belge
01
Βέλγος, Βελγίδα
personne qui vient de Belgique ou qui a la nationalité belge
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
κύριο
πληθυντικός τύπος
Belges
αρσενικό ενικό
Belge
θηλυκό ενικό
Belge
Παραδείγματα
Les Belges parlent le français, le néerlandais ou l'allemand.
Οι Βέλγοι μιλούν γαλλικά, ολλανδικά ή γερμανικά.
LanGeek



























