Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bavard
01
ομιλητικός, φλύαρος
qui parle beaucoup, souvent sans arrêt
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus bavard
συγκριτικός βαθμός
plus bavard
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
bavard
αρσενικό πληθυντικό
bavards
θηλυκό ενικό
bavarde
θηλυκό πληθυντικό
bavardes
Παραδείγματα
Mon frère est très bavard.
Ο αδερφός μου είναι πολύ ομιλητικός.
02
φλύαρος, κουτσομπόλης
qui parle trop et souvent sans réfléchir, parfois en racontant des secrets
Παραδείγματα
Il est bavard et ne garde jamais un secret.
Είναι φλύαρος και ποτέ δεν κρατάει ένα μυστικό.



























