Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le batteur électrique
01
ηλεκτρικός μίξερ, ηλεκτρικός αναδευτήρας
appareil électrique utilisé en cuisine pour mélanger, fouetter ou battre des ingrédients, comme des œufs, de la crème ou des pâtes à gâteau
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
batteurs électriques
Παραδείγματα
Elle a nettoyé le batteur électrique après avoir fini la pâte.
Καθάρισε τον ηλεκτρικό μίξερ αφού τελείωσε τη ζύμη.



























