Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le bateau de croisière
[gender: masculine]
01
κρουαζιερόπλοιο, πλοίο κρουαζιέρας
grand bateau conçu pour transporter des passagers lors de voyages de loisir, avec cabines et services à bord
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
bateaux de croisière
Παραδείγματα
Les voyageuses montent à bord du bateau de croisière tôt le matin.
Οι ταξιδιώτισσες επιβιβάζονται στο κρουαζιερόπλοιο νωρίς το πρωί.



























