la banque
banque
bɑ̃k
baak
basquebarque

Ορισμός και σημασία του "banque"στα γαλλικά

01

τράπεζα, χρηματοπιστωτικό ίδρυμα

institution financière qui gère l'argent et les comptes 
la banque definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
banques
Παραδείγματα
Je vais à la banque pour retirer de l'argent. 

Πηγαίνω στην τράπεζα για να κάνω ανάληψη χρημάτων.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store