le bachelier
ba
ba
ba
chel
ʃəl
shēl
ier
je
ye
batelier

Ορισμός και σημασία του "bachelier"στα γαλλικά

01

αποφοίτησε το λύκειο, πτυχιούχος

personne qui a réussi le baccalauréat, diplôme de fin d'études secondaires 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
bacheliers
αρσενικό ενικό
bachelier
θηλυκό ενικό
bachelière
neutral form
titulaire du baccalauréat
Παραδείγματα
Le bachelier a reçu son diplôme avec mention. 

Ο απόφοιτος λυκείου έλαβε το δίπλωμά του με άριστα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store