l'avantage
Pronunciation
/avɑ̃taʒ/

Ορισμός και σημασία του "avantage"στα γαλλικά

L'avantage
[gender: masculine]
01

مزیت, نفع، سود

γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
avantage
Παραδείγματα
C' est un avantage.
02

برتری

03

اولین امتیاز بعد از تساوی 40-40 (تنیس)

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store