Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'avantage
01
مزیت
γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
avantage
Παραδείγματα
C'est un avantage.
02
برتری
Παραδείγματα
l'avantage de cette équipe est sa cohésion exceptionnelle
03
اولین امتیاز بعد از تساوی 40-40 (تنیس)
Παραδείγματα
il a pris l'avantage après un échange intense



























