Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'aubaine
01
avantage ou profit inattendu qui survient par hasard, occasion exceptionnelle
γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Trouver cet appartement à ce prix, c'est une vraie aubaine.



























