l'atelier
a
a
a
tel
təl
tēl
ier
je
ye
hôtelier

Ορισμός και σημασία του "atelier"στα γαλλικά

01

εργαστήριο, ατελιέ

lieu de travail manuel pour artisans ou artistes 
l'atelier definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
ateliers
Παραδείγματα
L'artisan répare les meubles dans son atelier. 

Ο τεχνίτης επισκευάζει έπιπλα στο εργαστήριο του.

02

εργαστήριο, πρακτική συνεδρία εκπαίδευσης

session pratique de formation 
l'atelier definition and meaning
Παραδείγματα
L'université propose un atelier d'écriture créative. 

Το πανεπιστήμιο προσφέρει ένα εργαστήριο δημιουργικής γραφής.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store