Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
asymétrique
01
ασύμμετρος, ασυμμετρικός
qui n'a pas de symétrie, dont les parties ne sont pas disposées de manière égale ou équilibrée
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus asymétrique
συγκριτικός βαθμός
plus asymétrique
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
asymétrique
αρσενικό πληθυντικό
asymétriques
θηλυκό ενικό
asymétrique
θηλυκό πληθυντικό
asymétriques
Παραδείγματα
Les bijoux asymétriques apportent une touche originale à la tenue.
Τα ασύμμετρα κοσμήματα προσφέρουν μια πρωτότυπη πινελιά στο ντύσιμο.



























