l'astronaute
ast
ast
ast
ro
ʁɔ
raw
naute
not
not

Ορισμός και σημασία του "astronaute"στα γαλλικά

01

αστροναύτης

personne formée pour voyager et travailler dans l'espace, à bord de fusées ou de stations spatiales 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
astronautes
θηλυκό ενικό
astronaute
Παραδείγματα
L'astronaute a passé plusieurs mois à bord de la station spatiale. 

Ο αστροναύτης πέρασε αρκετούς μήνες στο διαστημικό σταθμό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store