l'ascenseur
ascenseur
asɑ̃sœʁ
asaasoer

Ορισμός και σημασία του "ascenseur"στα γαλλικά

01

ασανσέρ, ανελκυστήρας

appareil mécanique qui sert à monter et descendre des personnes ou des objets entre différents étages 
l'ascenseur definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
ascenseurs
Παραδείγματα
L'ascenseur est en panne aujourd'hui. 

Ο ανελκυστήρας είναι εκτός λειτουργίας σήμερα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store