Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'ascenseur
01
ασανσέρ, ανελκυστήρας
appareil mécanique qui sert à monter et descendre des personnes ou des objets entre différents étages
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
ascenseurs
Παραδείγματα
L' ascenseur arrive dans une minute.
Ο ανελκυστήρας θα φτάσει σε ένα λεπτό.



























