Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'arôme
01
άρωμα, μυρωδιά
odeur agréable d'un aliment, d'une boisson ou d'une plante
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
arômes
Παραδείγματα
L' arôme du chocolat fondu donne faim.
Η άρωμα του λιωμένου σοκολάτου προκαλεί πείνα.
02
άρωμα, αρωματική ουσία
substance ajoutée à un aliment pour lui donner un goût ou une odeur particuliers
Παραδείγματα
Cette glace a un arôme intense de fraise.
Αυτό το παγωτό έχει έντονη άρωμα φράουλας.



























