l'arôme
arôme
aʁom
arom

Ορισμός και σημασία του "arôme"στα γαλλικά

01

άρωμα, μυρωδιά

odeur agréable d'un aliment, d'une boisson ou d'une plante 
l'arôme definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
arômes
Παραδείγματα
L'arôme du café frais emplit la cuisine. 

Η άρωση του φρέσκου καφέ γεμίζει την κουζίνα.

02

άρωμα, αρωματική ουσία

substance ajoutée à un aliment pour lui donner un goût ou une odeur particuliers 
l'arôme definition and meaning
Παραδείγματα
Ce yaourt contient des arômes naturels de vanille. 

Αυτό το γιαούρτι περιέχει φυσικά αρώματα βανίλιας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store