Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Les arts
01
τέχνες, καλές τέχνες
discipline académique qui étudie les formes d'expression créatives comme la peinture, la sculpture, la musique ou le théâtre
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
arts
Παραδείγματα
Il étudie les arts à l'université depuis deux ans.
Μελετά τις τέχνες στο πανεπιστήμιο εδώ και δύο χρόνια.
Λεξικό Δέντρο
arts
art



























