artistique
artistique
aʁt͡sistik
artsistik

Ορισμός και σημασία του "artistique"στα γαλλικά

artistique
01

καλλιτεχνικός, καλλιτεχνική

qui se rapporte à l'art, à la création ou à l'expression esthétique 
artistique definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
artistique
αρσενικό πληθυντικό
artistiques
θηλυκό ενικό
artistique
θηλυκό πληθυντικό
artistiques
θεματικό πεδίο
art, création, esthétique
Παραδείγματα
Elle a un talent artistique remarquable. 

Έχει αξιοσημείωτο καλλιτεχνικό ταλέντο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store