aromatiser
aromatiser
aʁɔmatize
arawmatize

Ορισμός και σημασία του "aromatiser"στα γαλλικά

aromatiser
01

αρωματίζω, κατακλύζω με γεύση

ajouter une saveur ou un parfum à quelque chose 
aromatiser definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
aromatise
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
aromatisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
aromatiserai
ενεστώτα μετοχή
aromatisant
παθητική μετοχή
aromatisé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
aromatisions
Παραδείγματα
Elle a aromatisé le thé avec de la menthe. 

Εκείνη αρωμάτισε το τσάι με μέντα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store