l'arme
arme
aʁm
arm
arméearôme

Ορισμός και σημασία του "arme"στα γαλλικά

01

όπλο, μέσο επίθεσης

objet utilisé pour attaquer, se défendre ou infliger un dommage 
l'arme definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
armes
Παραδείγματα
La police a confisqué plusieurs armes lors de la perquisition. 

Η αστυνομία κατάσχεσε πολλά όπλα κατά τη διάρκεια της έρευνας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store