l'aristocrate
a
a
α
ris
ʁis
ρισ
toc
tɔk
τοκ
rate
ʁat
ρατ

Ορισμός και σημασία του "aristocrate"στα γαλλικά

01

αριστοκράτης, ευγενής

personne appartenant à une classe sociale élevée et noble 
l'aristocrate definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
aristocrates
Παραδείγματα
L'aristocrate vivait dans un château ancien. 

Ο αριστοκράτης ζούσε σε ένα παλιό κάστρο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store