Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'archétype
01
αρχέτυπο, πρωτότυπο
personnage, rôle ou symbole qui se retrouve dans de nombreuses cultures et histoires
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
archétypes
Παραδείγματα
Le sage est un archétype très présent dans les contes.
Ο σοφός είναι ένας αρχέτυπος πολύ διαδεδομένος στα παραμύθια.
02
αρχέτυπο, πρωτότυπο
forme ou modèle originel dont dérivent des copies ou des variantes
Παραδείγματα
Ce vase représente l'archétype du style grec ancien.
Αυτό το βάζο αντιπροσωπεύει το αρχέτυπο του αρχαίου ελληνικού στυλ.



























