archéologique
Pronunciation
/aʁkeolɔʒik/

Ορισμός και σημασία του "archéologique"στα γαλλικά

archéologique
01

αρχαιολογικός

qui se rapporte à l'archéologie ou à l'étude des vestiges anciens
archéologique definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
archéologique
αρσενικό πληθυντικό
archéologiques
θηλυκό ενικό
archéologique
θηλυκό πληθυντικό
archéologiques
Παραδείγματα
L' équipe archéologique étudie les ruines romaines.
Η αρχαιολογική ομάδα μελετά τα ρωμαϊκά ερείπια.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store