archéologique
ar
ar
chéo
keɔ
keaw
lo
law
gique
ʒɪk
zhik
archéologue

Ορισμός και σημασία του "archéologique"στα γαλλικά

archéologique
01

αρχαιολογικός

qui se rapporte à l'archéologie ou à l'étude des vestiges anciens 
archéologique definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
archéologique
αρσενικό πληθυντικό
archéologiques
θηλυκό ενικό
archéologique
θηλυκό πληθυντικό
archéologiques
Παραδείγματα
Les fouilles archéologiques ont permis de découvrir des objets anciens. 

Οι αρχαιολογικές ανασκαφές επέτρεψαν την ανακάλυψη αρχαίων αντικειμένων.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store