l'architecture
ar
aʁ
ar
chi
ki
ki
tec
tɛk
tek
ture
tyʁ
tyr

Ορισμός και σημασία του "architecture"στα γαλλικά

L'architecture
01

αρχιτεκτονική, η τέχνη της κατασκευής κτιρίων

l'art ou la technique de construire des bâtiments 
l'architecture definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
architectures
Παραδείγματα
L'architecture de cette maison est très moderne. 

Η αρχιτεκτονική αυτού του σπιτιού είναι πολύ μοντέρνα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store