l'arbitre
ar
ar
bitre
bɪtʁ
bitr
pupitretitres

Ορισμός και σημασία του "arbitre"στα γαλλικά

01

διαιτητής, αθλητικός διαιτητής

personne qui veille au respect des règles dans un match sportif 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
arbitres
αρσενικό ενικό
arbitre
θηλυκό ενικό
arbitre
Παραδείγματα
L'arbitre a sifflé une faute contre l'équipe bleue. 

Ο διαιτητής σφύριξε ένα φάουλ εναντίον της μπλε ομάδας.

02

διαμεσολαβητής, συνδιαλλακτής

personne qui aide à résoudre un conflit entre plusieurs parties 
Παραδείγματα
L'arbitre a réussi à concilier les deux parties en conflit. 

Ο διαιτητής κατάφερε να συμφιλιώσει τα δύο μέρη σε σύγκρουση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store