Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'arbitre
[gender: masculine]
01
διαιτητής, αθλητικός διαιτητής
personne qui veille au respect des règles dans un match sportif
Παραδείγματα
Elle est devenue la première femme arbitre de football professionnel.
Έγινε η πρώτη γυναίκα διαιτητής επαγγελματικού ποδοσφαίρου.
02
διαμεσολαβητής, συνδιαλλακτής
personne qui aide à résoudre un conflit entre plusieurs parties
Παραδείγματα
Le rôle de l' arbitre est crucial dans les négociations délicates.
Ο ρόλος του διαιτητή είναι καθοριστικός σε λεπτές διαπραγματεύσεις.



























