l'appareil auditif
appareil
apaʁɛj
aparey
auditif
oditif
oditif

Ορισμός και σημασία του "appareil auditif"στα γαλλικά

L'appareil auditif
01

ακουστικό βοήθημα, συσκευή ακοής

dispositif électronique porté sur ou dans l'oreille pour améliorer l'audition 
l'appareil auditif definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
appareils auditifs
Παραδείγματα
L'appareil auditif aide le patient à mieux entendre. 

Η ακουστική συσκευή βοηθά τον ασθενή να ακούει καλύτερα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store