l'appareil auditif
Pronunciation
/apaʀɛj oditif/

Ορισμός και σημασία του "appareil auditif"στα γαλλικά

L'appareil auditif
[gender: masculine]
01

ακουστικό βοήθημα, συσκευή ακοής

dispositif électronique porté sur ou dans l'oreille pour améliorer l'audition
l'appareil auditif definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
appareils auditifs
Παραδείγματα
L' appareil auditif doit être entretenu régulièrement.
Το ακουστικό βοήθημα πρέπει να συντηρείται τακτικά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store