Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'anxiété
01
αγωνία, ανησυχία
sentiment de peur, d'inquiétude ou de malaise face à une situation réelle ou anticipée
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
L'anxiété peut provoquer des troubles du sommeil.
Η αγχώδης διαταραχή μπορεί να προκαλέσει διαταραχές ύπνου.



























