l'animosité
Pronunciation
/animozitˈe/

Ορισμός και σημασία του "animosité"στα γαλλικά

01

εχθρότητα, δυσμένεια

un sentiment de hostilité ou de rancune envers quelqu'un
l'animosité definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
L' animosité entre voisins peut causer des conflits.
Η εχθρότητα μεταξύ γειτόνων μπορεί να προκαλέσει συγκρούσεις.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store