l'animosi
a
a
α
ni
ni
νι
mo
mo
μο
si
zi
ζι
te
τε
accréditéobscuritéhostilitéexploiter

Ορισμός και σημασία του "animosité"στα γαλλικά

01

εχθρότητα, δυσμένεια

un sentiment de hostilité ou de rancune envers quelqu' un 
l'animosité definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Il y a beaucoup d'animosité entre les deux équipes. 

Υπάρχει πολλή εχθρότητα μεταξύ των δύο ομάδων.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store